Meaning of δουλεμπορικός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με τη δουλεμπορία ή τους δουλέμπορους ή αναφέρεται σ’ αυτά
- δουλεμπορικό: πλοίο με το οποίο γίνεται το δουλεμπόριο
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.