HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δοξολογία | Babel Free

Noun CEFR B2
/ðo.kso.loˈʝi.a/

Ορισμοί

σύντομη εκκλησιαστική ακολουθία, που πολλοί ύμνοι της αρχίζουν με τη λέξη δόξα (Δόξα Σοι, τῷ δείξαντι τὸ φῶς...) και που ψάλλεται είτε στην αρχή της Θείας Λειτουργίας είτε και αυτόνομα σε κάποια επέτειο ή επίσημη τελετή

Ισοδύναμα

English Doxology

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δοξολογία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course