δοξολογία
Ορισμοί
σύντομη εκκλησιαστική ακολουθία, που πολλοί ύμνοι της αρχίζουν με τη λέξη δόξα (Δόξα Σοι, τῷ δείξαντι τὸ φῶς...) και που ψάλλεται είτε στην αρχή της Θείας Λειτουργίας είτε και αυτόνομα σε κάποια επέτειο ή επίσημη τελετή
Ισοδύναμα
16 more languages
DeutschDoxologie
Suomidoksologia
Bahasa Indonesiadoksologi
日本語頌栄
한국어영광송
Latinadoxologia
Nederlandsdoxologie
Polskidoksologia
Portuguêsdoxologia
Românădoxologie
Русскийдоксоло́гия
Tagalogdoksolohiya
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free