HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δομοστοιχειωτός | Babel Free

Adjective CEFR C2

Ορισμοί

  1. σωματιδιακός, αποτελούμενος από διακριτές μονάδες που (συνήθως) δεν δύναται να αναμειχθούν ομοιογενώς αλλά μεταφέρονται αυτούσιες (εάν αναμειχθούν οι δομομονάδες/τα δομοστοιχεία κατακερματίζοντας-διαιρώντας το εσωτερικό τους, είτε αχρηστεύονται είτε [πχ. στην φυσική] παράγουν νέα δομοστοιχεία)
  2. που αφορά σχέσεις-διάταξη δομοστοιχείων, -α
  3. που αποτελεί ή αφορά την δομοστοιχειακή αρχιτεκτονική

Παραδείγματα

“(συνήθως) τυποποιημένα αρμοστός-αρμοστικός”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δομοστοιχειωτός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course