Meaning of δομοστοιχειωτός | Babel Free
Ορισμοί
- σωματιδιακός, αποτελούμενος από διακριτές μονάδες που (συνήθως) δεν δύναται να αναμειχθούν ομοιογενώς αλλά μεταφέρονται αυτούσιες (εάν αναμειχθούν οι δομομονάδες/τα δομοστοιχεία κατακερματίζοντας-διαιρώντας το εσωτερικό τους, είτε αχρηστεύονται είτε [πχ. στην φυσική] παράγουν νέα δομοστοιχεία)
- που αφορά σχέσεις-διάταξη δομοστοιχείων, -α
- που αποτελεί ή αφορά την δομοστοιχειακή αρχιτεκτονική
Παραδείγματα
“(συνήθως) τυποποιημένα αρμοστός-αρμοστικός”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.