Meaning of δοβουταμίνη | Babel Free
Ορισμοί
φάρμακο που χορηγείται ενδοφλέβια για να προκαλέσει στην καρδιά ανάλογο στρες με αυτό που προκαλεί η έντονη άσκηση, αυξάνοντας τους παλμούς της και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ορισμένους τύπους καρδιακών τεστ καταπόνησης
Παραδείγματα
“※ Παρενέργειες της δοβουταμίνης είναι η ταχυκαρδία, οι αρρυθμίες, η κεφαλαλγία, η ανησυχία, ο τρόμος και οι διαταραχές στην αρτηριακή πίεση. […] Η ινοτροπική διέγερση με δοβουταμίνη μπορεί να αποκαλύψει λανθάνουσα δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας και πιθανώς αυξημένο μελλοντικό καρδιακό κίνδυνο μέσω της κατάδειξης ανεπαρκούς συστολικής εφεδρείας σε ασυμπτωματικούς, μη θαλασσαιμικούς ασθενείς.”
“※ Η δυναμική υπερηχοκαρδιογραφία με δοβουταμίνη (Dobutamine Stress Echocardiography -DSE) είναι μία μη επεμβατική διαγνωστική μέθοδος για τη διάγνωση της Στεφανιαίας Νόσου σε ασθενείς με ενδιάμεση προελεγκτική πιθανότητα.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.