Meaning of Διόσκουροι | Babel Free
/ðiˈo.sku.ɾi/Ορισμοί
-
δύο πρόσωπα με στενή, σχεδόν αδιάσπαστη σχέση συνεργασίας ή φιλίας, που λειτουργούν και γίνονται αντιληπτά ως ενιαίο σύνολο formal
- ανδρικό όνομα
-
δίδυμοι, αδέρφια δίδυμα formal, rare
- οι δύο αδερφοί, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης, προστάτες θεοί των ναυτικών
Ισοδύναμα
English
Dioscuri
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.