Meaning of διψομανής | Babel Free
Ορισμοί
αυτός που έχει μανία με τη δίψα, που διψάει συνεχώς
Ισοδύναμα
English
dipsomaniac
Παραδείγματα
“※ Ό διψομανής δέν προτιμά κατ' ανάγκην τά οίνοπνευματούχα ποτά, άλλα συχνά πίνει κάθε είδους υγρό, δπως τεράστιες ποσότητες νερού, γάλακτος κ.ά., καί καμιά φορά ουσίες μέ ναρκωτική δράση (Εγκυκλοπαίδεια Δομή)”
“※ Έκ φύσεως διψομανής, έπινα τρείς καί τέσσερις φορές πάνω από τά όρια της αντοχής μου (Σύνδρομο αγοραφοβίας, Εκδόσεις Καστανιώτη 1998)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.