HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διχρωμικός | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. που αποτελείται από δυο χρώματα
  2. που περιέχει δύο άτομα χρωμίου

Παραδείγματα

“※ Κι εξώφυλλο λευκό, γλασέ, μὲ κόκκινα καὶ μαῦρα γράμματα κομψότατα - τὰ « πεζά » μάλιστα τοῦ τίτλου - καὶ μὲ τὸ θαυμάσιο, τὸ κλασικὸ ἐκεῖνο σκίτσο τοῦ Ρούμπου, τυπωμένο κι' αὐτὸ διχρωμικά. (Ο βιβλιόφιλος, τόμοι 1-5, εκδ. Βιβλιοπωλείων, σελ. 4)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διχρωμικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course