Meaning of διφωσφορυλικός | Babel Free
Ορισμοί
- ο σχετικός με διφωσφορύλιο ή διφωσφορυλίωση
- αυτός που φέρει στο μόριό του δύο φωσφορυλομάδες
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.