HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διυπουργικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση ή αποτελείται από υπουργούς πολλών διαφορετικών υπουργείων
  2. διυπουργική: ομάδα εργασίας ή επιτροπή αποτελούμενη από πολλούς υπουργούς

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Oι περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις, η στήριξη των ενεργοβόρων βιομηχανιών, η μείωση του μη μισθολογικού κόστους και το νέο ΕΣΠΑ της περιόδου 2014 - 2020 βρέθηκαν στο τραπέζι της πρώτης διυπουργικής επιτροπής για την βιομηχανική πολιτική. (*)”
“※ Αν κι η πρόταση συνάντηση διαμόρφωσε την «ατζέντα» της διυπουργικής -έγινε λόγος για «οδικό χάρτη» εξόδου της βιομηχανίας από την κρίση- ωστόσο φαίνεται πως το κλίμα ήταν καλό. (*)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διυπουργικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course