HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δισεχτιά | Babel Free

Noun CEFR B2
/ði.seˈxtça/

Ορισμοί

δίσεκτο έτος

dated, vulgar

Παραδείγματα

“※ Η μάνα μου ήταν η πολύξερη του χωριού μας και πολλών άλλων χωριών τριγύρω μας, ας μην ήξερε ούτε την αλφαβήτα. Όλα τ' άλλα τα 'ξερε καλύτερα από κάθε άλλη γυναίκα, κι απ' τους πλιότερους άντρες ακόμα… Ήξερε τις γιορτές, ποιες είναι οι βαριές και ποιες οι αλαφριές, καθώς και ποιες κάνουν και τα γαϊδούρια σκόλη. Ήξερε να ζυγιάζει, ήξερε τις δρίμες, πότε αρχίζουν και πότε τελειώνουν. Ήξερε πότε είναι η χάση και πότε είναι η πιάση του φεγγαριού. Ήξερε πότε ήταν δισεχτιά και είχε ο Φλεβάρης εικοσιεννιά μέρες και πότε εικοσιοχτώ. (Χρήστος Χρηστοβασίλης, Η Καθαρή Δευτέρα, 2020)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δισεχτιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course