HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δισδιάστατος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/ðizˈði̯a.sta.tos/

Ορισμοί

  1. που έχει δύο διαστάσεις (μήκος και πλάτος)
  2. που έχει δύο όψεις, δύο πλευρές
    figuratively

Παραδείγματα

“Ο Ευκλείδης ορίζει την επιφάνεια ως δισδιάστατη: ("ἐπιφάνεια δέ ἐστιν, ὃ μῆκος καὶ πλάτος μόνον ἔχει." (Ευκλείδης, Στοιχεία, 1.7)”
“το πρόβλημα που προκύπτει είναι δισδιάστατο”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δισδιάστατος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course