Meaning of διπρόσωπος | Babel Free
Ορισμοί
-
που έχει δύο πρόσωπα literally
-
που εμφανίζεται με δύο πρόσωπα, ο υποκριτής figuratively
Παραδείγματα
“ο διπρόσωπος ρωμαϊκός θεός Ιανός”
“Ο διπρόσωπος! Μας έκανε το φίλο και από πίσω μας μας έσκαβε το λάκκο.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.