HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διπρόσωπος | Babel Free

Adjective CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. που έχει δύο πρόσωπα
    literally
  2. που εμφανίζεται με δύο πρόσωπα, ο υποκριτής
    figuratively

Παραδείγματα

“ο διπρόσωπος ρωμαϊκός θεός Ιανός”
“Ο διπρόσωπος! Μας έκανε το φίλο και από πίσω μας μας έσκαβε το λάκκο.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διπρόσωπος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course