Meaning of διπλότυπος | Babel Free
Ορισμοί
- που βγαίνει / τυπώνεται σε δύο αντίγραφα
- που αφορά (απλή ή σύνθετη) λέξη με δύο παρόμοιες μορφές, με διπλό (γραμματικά) τύπο (σπιρτόκουτο / σπιρτοκούτι, πονοκέφαλος / κεφαλόπονος, νέος / νιος)
- διπλότυπο
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.