HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διπλόμορφος | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που εμφανίζεται ή νοείται σε δύο διακριτές μορφές, χωρίς κατʼ ανάγκην διαφορά στη λειτουργία ή στην ουσία του
  2. που αφορά ουσιαστικό που διαθέτει δύο καθιερωμένους τύπους, συνήθως άνισους συλλαβικά, οι οποίοι συνυπάρχουν στη χρήση και μπορεί να διαφοροποιούνται σημασιολογικά ή υφολογικά
  3. που αφορά γλωσσικά στοιχεία που απαντούν με δύο εναλλακτικές φωνητικές ή ορθογραφικές μορφές, χωρίς μεταβολή της βασικής σημασίας

Παραδείγματα

“Τα ζεύγη γίγας–γίγαντας και δράκος–δράκοντας αποτελούν χαρακτηριστικά διπλόμορφα ουσιαστικά της νέας ελληνικής.”
“Οι τύποι παιχνίδι–παιγνίδι λειτουργούν ως φωνητικά διπλόμορφα στην κοινή χρήση.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διπλόμορφος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course