Meaning of διπλό σύμφωνο | Babel Free
/ðipˈlo ˈsiɱ.fo.no/Ορισμοί
- σύμφωνο που έχει διπλάσια διάρκεια και συνήθως δηλώνεται στην γραφή με δύο γράμματα π.χ. άλλος /ˈal.los/ (στην Κύπρο) ή ιταλική tutto /ˈtut.to/
- τα σύμφωνα ξ [ks] και ψ [ps]
Παραδείγματα
“Στην Κύπρο διατηρούνται τα διπλά σύμφωνα ακόμα και σήμερα. Κυπριακή διάλεκτος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.