Meaning of διπλοσυνταξιούχος | Babel Free
Ορισμοί
ο δικαιούχος στον οποίο αποδίδονται παράλληλα δύο χρηματικές παροχές λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου, οι οποίες έχουν θεμελιωθεί σε διαφορετικούς ασφαλιστικούς φορείς ή πηγάζουν από διακριτές επαγγελματικές δραστηριότητες
Παραδείγματα
“※ Εάν διπλοσυνταξιούχος λάβει σύνταξη από τον 1ο φορέα, τι γίνεται μέχρι να πάρει σύνταξη από τον δεύτερο; (www.opengov.gr, 30.03.2011)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.