Meaning of διπλαρώσουν | Babel Free
Ορισμοί
- γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διπλαρώνω
- θα διπλαρώσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διπλαρώνω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.