Meaning of διοχετευτεί | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διοχετεύομαι
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διοχετεύομαι
- θα διοχετευτεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διοχετεύομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.