HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διορθόδοξος | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

που αφορά πολλές ορθόδοξες Εκκλησίες ή Πατριαρχεία και τις μεταξύ τους σχέσεις

Παραδείγματα

“※ Διορθόδοξος διακονία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος και η συμβολή των δύο Εκκλησιών στους διμερείς θεολογικούς διαλόγους με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και την Εκκλησία των Παλαιοκαθολικών (τίτλος διδακτορικής διατριβής)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διορθόδοξος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course