Meaning of διμούτσουνος | Babel Free
Ορισμοί
-
που έχει δύο μουτσούνες, δυό όψεις literally
-
διπρόσωπος, με υποκριτική συμπεριφορά figuratively
- διμούτσουνη (εννοείται καραμπίνα με δυο κάννες)
Παραδείγματα
“※ Ο γυρολόγος φωτογράφος και ο πραματευτής ράγιζαν και αυτοί το γυαλί της ησυχίας του απομεσήμερου. Το ντιαλαλητό τους αντιπροσώπευε τη διμούτσουνη ουσία της ζωής, το κλάμα και το γέλιο. (Παναγιώτης Κουσαθανάς, Είναι και πράγματα βουβά, εκδ. Νεφέλη, 1999, σελ. 16)”
“※ - Οχιά διμούτσουνη, μωρή πατσαβούρα· πάντα τέτοια ήσουνα, ούρλιαξα κι εκείνη μου 'κλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα. (Κώστας Σωτηρίου, Κοντραπόστο: αφηγήματα της πόλης, εκδ. Νεφέλη, 1998, σελ. 79)”
“※ Τσακίσου από εδώ μέσα, βρομοκαλόγερε, γιατί αλλιώς θα στην ανάψω. Και τράβηξε από την μπατανία που σκέπαζε τα πόδια του μια διμούτσουνη. (Η μεσοπολεμική πεζογραφία: από τον πρώτο έως τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1939), εκδ. Σοκόλη, 1996, σελ. 408)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.