Meaning of διμορφισμός | Babel Free
Ορισμοί
- η ιδιότητα του διμόρφου
- η συνύπαρξη δυο διακεκριμένων μορφών αρσενικού και θηλυκού του ίδιου είδους στο φυτικό και κυρίως στο ζωικό βασίλειο, άλλ. φυλετικός διμορφισμός
- η έμφάνιση και η χρήση μιας ίδιας λέξης με δυο μορφές, όπως θάρρος και θράσος.
- η κρυστάλλωση του ίδιου σώματος με δυο διαφορετικές μορφές.
Ισοδύναμα
English
dimorphism
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.