HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διμορφισμός | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

  1. η ιδιότητα του διμόρφου
  2. η συνύπαρξη δυο διακεκριμένων μορφών αρσενικού και θηλυκού του ίδιου είδους στο φυτικό και κυρίως στο ζωικό βασίλειο, άλλ. φυλετικός διμορφισμός
  3. η έμφάνιση και η χρήση μιας ίδιας λέξης με δυο μορφές, όπως θάρρος και θράσος.
  4. η κρυστάλλωση του ίδιου σώματος με δυο διαφορετικές μορφές.

Ισοδύναμα

English dimorphism

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διμορφισμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course