HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διμεταλλικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που αποτελείται από δύο διαφορετικά, και διακριτά μεταξύ τους, μέταλλα
  2. που αναφέρεται ή ανήκει στον διμεταλλισμό

Παραδείγματα

“το νόμισμα του ενός ευρώ είναι διμεταλλικό”
“διμεταλλικά ελάσματα χρησιμοποιούνται σε ηλεκτρονόμους που ενεργοποιούν συστήματα ανάλογα με τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διμεταλλικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course