Meaning of δικηγορία | Babel Free
/ði.ci.ɣoˈɾi.a/Ορισμοί
- το να είναι κάποιος ή κάποια δικηγόρος, το επάγγελμα του δικηγόρου
-
η χρονική περίοδος ασκήσεως αυτού του επαγγέλματος broadly
Ισοδύναμα
English
bar
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.