HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δικατευθυντικός | Babel Free

Adjective CEFR C2
/ði.ka.te.fθin.diˈkos/

Ορισμοί

που έχει τη δυνατότητα να κατευθύνει την ενέργεια για την οποία είναι προγραμματισμένος προς δύο κατευθύνσεις

Παραδείγματα

“※ Μια άλλη ταξινόμηση των μικροφώνων γίνεται με βάση της ευαισθησίας τους στην κατευθυντικότητα, στο πόσο δηλαδή εστιάζουν στον παραγόμενο ήχο από μια ηχητική πηγή. Με βάση αυτό το χαρακτηριστικό έχουμε τα παγκατευθυντικά (omni-directional), τα δικατευθυντικά (bidirectional) και τα μονοκατευθυντικά (unidirectional).”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δικατευθυντικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course