Meaning of Δικαστριώτης | Babel Free
/ði.ka.stɾiˈo.tis/Ορισμοί
-
άτομο που κατάγεται από το Δίκαστρο ή κατοικεί εκεί demonym
- ποταμός της Φθιώτιδας, παραπόταμος του Σπερχειού
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.