Meaning of δικαιούμενος | Babel Free
Ορισμοί
- εκείνος που έχει το δικαίωμα σε κάτι αυτή τη στιγμή ή εν δυνάμει, ανεξαρτήτως του αν θα κάνει χρήση του δικαιώματός του
- αυτό που κάποιος δικαιούται
Παραδείγματα
“Οι δικαιούμενοι αποζημιώσεως, θα την λάβουν σε πέντε δόσεις”
“Σε περίπτωση που ο δικαιούμενος για την άσκηση του ένδικου μέσου δεν ήταν παρών...”
“Η δικαιούμενη άδεια...”
“Τη δικαιούμενη νόμιμη αποζημίωσή του, θα...”
“Ο άνθρωπος ζητάει μόνο τα δικαιούμενά του”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.