Meaning of δικαιολογημένος | Babel Free
/ði.ce.o.lo.ʝiˈme.nos/Ορισμοί
- που έχει δικαιολογία και άρα συγχωρείται ή δεν καταλογίζεται
- που έχει βάσιμη δικαιολογία και άρα είναι κατανοητός ή θεωρείται δίκαιος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“άργησε να έρθει αλλά είναι δικαιολογημένος λόγω της απεργίας των λεωφορείων”
“στο σχολείο οι απουσίες λόγω ασθένειας θεωρούνται δικαιολογημένες”
“δικαιολογημένη αγανάκτηση νιώθουν οι κάτοικοι του χωριού για την εγκατάλειψή τους από το κράτος”
“δικαιολογημένη έκρηξη οργής”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.