HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of δικαιολογημένος | Babel Free

Verb feminine CEFR C2
/ði.ce.o.lo.ʝiˈme.nos/

Ορισμοί

  1. που έχει δικαιολογία και άρα συγχωρείται ή δεν καταλογίζεται
  2. που έχει βάσιμη δικαιολογία και άρα είναι κατανοητός ή θεωρείται δίκαιος

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“άργησε να έρθει αλλά είναι δικαιολογημένος λόγω της απεργίας των λεωφορείων”
“στο σχολείο οι απουσίες λόγω ασθένειας θεωρούνται δικαιολογημένες”
“δικαιολογημένη αγανάκτηση νιώθουν οι κάτοικοι του χωριού για την εγκατάλειψή τους από το κράτος”
“δικαιολογημένη έκρηξη οργής”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See δικαιολογημένος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course