Meaning of διευκόλυνση | Babel Free
Ορισμοί
- η ενέργεια του ρήματος διευκολύνω, το να κάνεις κάτι πιο εύκολο για κάποιον
-
εκδούλευση, χάρη, εξυπηρέτηση especially
-
μικρό συνήθως δάνειο για μικρό χρονικό διάστημα ή συναίνεση για να καθυστερήσει μία πληρωμή especially
Παραδείγματα
“ΔΕΗ: Tαμειακή διευκόλυνση με καθυστέρηση καταβολής 250 εκατ. ευρώ. Με πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου το υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε η ΔΕΗ να καθυστερήσει την καταβολή πρός το ελληνικό δημόσιο ποσού 250 εκατ. ευρώ από την είσπραξη του έκτακτου τέλους Ακίνητης Περιουσίας, ώστε να διευθετήσει τα άμεσα προβλήματα ρευστότητας που αντιμετωπίζει. (από την εφημερίδα ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 27/4/2012)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.