Meaning of διευθυνόντων | Babel Free
Ορισμοί
- γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διευθύνοντας
- γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (διευθύνον) του διευθύνοντας
- γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του διευθύνων
- γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (διευθύνον) του διευθύνων
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.