Meaning of διευθετήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διευθετώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διευθετώ
- θα διευθετήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διευθετώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.