HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διεταιρικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

που αφορά σχέσεις, συναλλαγές ή οικονομικές ροές οι οποίες αναπτύσσονται μεταξύ δύο ή περισσότερων εταιρειών, συνήθως στο πλαίσιο συμβατικών, εμπορικών ή λογιστικών διασυνδέσεων

formal

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διεταιρικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course