Meaning of διερμηνεύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος διερμηνεύω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διερμηνεύω
- θα διερμηνεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διερμηνεύω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.