Meaning of διεπιστημονικότητα | Babel Free
/ði.e.pi.sti.mo.niˈko.ti.ta/Ορισμοί
ο συνδυασμός δύο ή περισσότερων επιστημονικών κλάδων σε μία δραστηριότητα
neologism
Παραδείγματα
“※ Το τολμηρό άνοιγμα στη διεπιστημονικότητα (τα διπλά, κοινά και «μικρά» πτυχία) διασπά την παραδοσιακή γραμμικότητα και μονοθεματικότητα της εκπαίδευσής μας και καλλιεργεί τις συνέργειες μεταξύ των σχολών, εντός και εκτός Ελλάδας.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.