HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διεπιστημονικός | Babel Free

Adjective CEFR C2
/ði.e.pi.sti.mo.niˈkos/

Ορισμοί

που αναφέρεται σε δύο ή περισσότερες επιστήμες ή σε επιστήμονες διαφόρων κλάδων

Παραδείγματα

“※ Βασικό ζητούμενο τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα ήταν ο διεπιστημονικός λόγος. Θεαματική ήταν και η στροφή πολλών θεωρητικών και μελετητών προς την Ανθρωπολογία προκειμένου από τα εργαλεία, τις μεθόδους και γενικότερα από την ανθρωπολογική προοπτική να ωφεληθούν η ανάλυση και η θεωρία των Τεχνών, η Ερμηνευτική, οι λόγοι για τον πολιτισμό και τις μορφές της πολιτιστικής επικοινωνίας”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διεπιστημονικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course