Meaning of διεγκέφαλος | Babel Free
Ορισμοί
εγκεφαλικό τμήμα που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα εγκεφαλικά ημισφαίρια και λειτουργεί ως κεντρικός κόμβος αισθητικών, ενδοκρινικών και αυτόνομων ρυθμίσεων, μέσω δομών όπως ο θάλαμος και ο υποθάλαμος
Ισοδύναμα
English
diencephalon
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.