Meaning of διεγερτικός | Babel Free
/ði.e.ʝeɾ.tiˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με τη διέγερση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή
-
που έχει σχέση με την σεξουαλική διέγερση, αναφέρεται σ’ αυτή ή συμβάλλει σ’ αυτή especially
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.