Meaning of διδάσκαλος | Babel Free
/ðiˈða.ska.los/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- δάσκαλος
-
δάσκαλος ή λόγιος μεγάλου κύρους general
Ισοδύναμα
English
instructor
Παραδείγματα
“οι διδάσκαλοι του Γένους”
“※ Προς διδάσκαλον καί πάντα πεπαιδευμένον ἂνδρα: ... Κύριε (δεῑνα), Την Ὑμετέραν Σοφολογιότητα μὲ σέβας προσκυνῶ, καὶ ἀσπάζομαι (Ἐπιστολάριον περιέχον διαφόρους τύπους ἐπιστολών, πάνυ χρησίμους εἰς ὁποιανδήποτε ἀνθρωπίνην κατάστασιν και περίστασιν του βίου. Μεταρρυθμισθέν και ... ἐπαυξηθέν, Ἐκδοσις πέμπτη, Βενετία, εκ του ελληνικού τυπογραφείου Ο Φοίνιξ, 1875, σελ. 26 https://www.google.gr/books/edition/%E1%BC%98%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B5%CF%87%CE%BF/gVa3mH0ZLcMC?hl=el&gbpv=1&dq=%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1&pg=PA26&printsec=frontcover)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.