HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διδάσκαλος | Babel Free

Noun feminine CEFR B2
/ðiˈða.ska.los/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. δάσκαλος
  3. δάσκαλος ή λόγιος μεγάλου κύρους
    general

Ισοδύναμα

English instructor

Παραδείγματα

“οι διδάσκαλοι του Γένους”
“※ Προς διδάσκαλον καί πάντα πεπαιδευμένον ἂνδρα: ... Κύριε (δεῑνα), Την Ὑμετέραν Σοφολογιότητα μὲ σέβας προσκυνῶ, καὶ ἀσπάζομαι (Ἐπιστολάριον περιέχον διαφόρους τύπους ἐπιστολών, πάνυ χρησίμους εἰς ὁποιανδήποτε ἀνθρωπίνην κατάστασιν και περίστασιν του βίου. Μεταρρυθμισθέν και ... ἐπαυξηθέν, Ἐκδοσις πέμπτη, Βενετία, εκ του ελληνικού τυπογραφείου Ο Φοίνιξ, 1875, σελ. 26 https://www.google.gr/books/edition/%E1%BC%98%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B5%CF%87%CE%BF/gVa3mH0ZLcMC?hl=el&gbpv=1&dq=%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1&pg=PA26&printsec=frontcover)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διδάσκαλος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course