HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διαφωτισμός | Babel Free

Noun masculine CEFR C1
/ði.a.fo.tiˈzmos/

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διαφωτίζω
  2. πνευματικό, κοινωνικό, πολιτικό και φιλοσοφικό κίνημα στα τέλη του 17ου αιώνα και στις αρχές του 18ου, που πρέσβευε τον ορθολογισμό, την πίστη στην πρόοδο, την ελευθερία, την ανεξιθρησκία κ.ά.

Ισοδύναμα

English Enlightenment

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διαφωτισμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course