Meaning of διαφορτωτικός | Babel Free
Ορισμοί
- που αφορά ή εμπλέκει δύο τουλάχιστον μέσα μεταφοράς ενός προϊόντος
- διαφορτωτική
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.