Meaning of διαφιλονικώ | Babel Free
/ði̯a.fi.lo.niˈko/Ορισμοί
- προσπαθώ και αγωνίζομαι με ειρηνικά μέσα (π.χ. μέσω δικαστηρίων) ή με τη βία (π.χ. με πόλεμο) να επιβάλω την κυριότητά μου σε πράγμα που κατέχει ή στο οποίο έχει αξιώσεις κάποιος άλλος
- ανταλλάσσω έντονα λόγια με κάποιον αντίπαλό μου
Παραδείγματα
“Στο Κιρκούκ, διαφιλονικούν για την εξουσία οι Τουρκομάνοι, οι Ασσύριοι-Χαλδαίοι και οι Κούρδοι. (Ανώνυμος, «Περίσσια βία στο Ιράκ», ΑΝΤ1, 2 Μαΐου 2009)”
“Οι εκπρόσωποι των κομμάτων διαφιλονικούν για το πώς ακριβώς θα αντιδικήσουν οι ηγέτες. (Π. Μπουκάλας, «Εικονομαχίες και φαντάσματα», εφημ. Η Καθημερινή, 8 Ιουνίου 2004)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.