Meaning of διαφανής | Babel Free
/ði.a.faˈnis/Ορισμοί
-
γενική ενικού του διάφανη genitive, singular
- που επιτρέπει το φως να περάσει από μέσα του
- που δεν θέλει ή δεν μπορεί να αποκρύψει τίποτα, ο εύκολα κατανοητός, ο ξεκάθαρος
- transparent: μία λειτουργία που γίνεται αυτόματα από τον υπολογιστή ή το πρόγραμμα και δεν γίνεται αντιληπτή (γιατί είναι «διαφανής») από τον χρήστη
- transparent: συσκευή (hardware) που δεν ελέγχει, ούτε επεξεργάζεται τα δεδομένα που περνούν από αυτήν, όπως η πλήμνη (hub) στα δίκτυα
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“το γυαλί είναι διαφανές υλικό”
“oι προθέσεις του είναι διαφανείς”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.