HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

διαφανής

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
ði.a.faˈnis

Ορισμοί

  1. γενική ενικού του διάφανη
    genitive, singular
  2. που επιτρέπει το φως να περάσει από μέσα του
  3. που δεν θέλει ή δεν μπορεί να αποκρύψει τίποτα, ο εύκολα κατανοητός, ο ξεκάθαρος
  4. transparent: μία λειτουργία που γίνεται αυτόματα από τον υπολογιστή ή το πρόγραμμα και δεν γίνεται αντιληπτή (γιατί είναι «διαφανής») από τον χρήστη
  5. transparent: συσκευή (hardware) που δεν ελέγχει, ούτε επεξεργάζεται τα δεδομένα που περνούν από αυτήν, όπως η πλήμνη (hub) στα δίκτυα

Ισοδύναμα

34 more languages
العربيةزلالقراح
Esperantodiafana
فارسیزلال
Gaeilgeglé
עבריתצלול
Հայերենպայծառ
Latinalimpidus
ਪੰਜਾਬੀਸਾਫ਼
Românălimpede

Παραδείγματα

“το γυαλί είναι διαφανές υλικό”
“oι προθέσεις του είναι διαφανείς”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη διαφανής σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free