διαφανής
Ορισμοί
-
γενική ενικού του διάφανη genitive, singular
- που επιτρέπει το φως να περάσει από μέσα του
- που δεν θέλει ή δεν μπορεί να αποκρύψει τίποτα, ο εύκολα κατανοητός, ο ξεκάθαρος
- transparent: μία λειτουργία που γίνεται αυτόματα από τον υπολογιστή ή το πρόγραμμα και δεν γίνεται αντιληπτή (γιατί είναι «διαφανής») από τον χρήστη
- transparent: συσκευή (hardware) που δεν ελέγχει, ούτε επεξεργάζεται τα δεδομένα που περνούν από αυτήν, όπως η πλήμνη (hub) στα δίκτυα
Ισοδύναμα
34 more languages
Esperantodiafana
فارسیزلال
Gaeilgeglé
Galegotranslúcido
ગુજરાતીઅર્ધપારદર્શક
עבריתצלול
Հայերենպայծառ
한국어반투명(半透明)한
Latinalimpidus
Nederlandsbegrijpelijkdoorschijnenddoorzichtigduidelijkhelderlichtdoorlatendlimpideragfijnverstrooiend
ਪੰਜਾਬੀਸਾਫ਼
Românălimpede
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free