Meaning of διασυνδετικό | Babel Free
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διασυνδετικός
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“που (συν)ενώνει πράγματα μεταξύ τους ή τα φέρνει σε επαφή· πχ για ανταλλαγή πληροφοριών”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.