Meaning of διαστημόμετρο | Babel Free
Ορισμοί
χειροκίνητο όργανο ακριβείας, συνήθως με δύο μεταλλικά σκέλη, που χρησιμοποιείται στη σχεδίαση και στη χάραξη για την ακριβή αποτύπωση και μεταφορά μικρών αποστάσεων
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.