Meaning of διασταυρωτικός | Babel Free
/ði.a.sta.vɾo.tiˈkos/Ορισμοί
- σχετιζόμενος με την διασταύρωση ή τον διασταυρωτή
- επαληθευτικός, ελεγκτικός
- επιμεικτικός· σχετιζόμενος με την επιμειξία οργανισμών
Παραδείγματα
“διασταυρωτικός έλεγχος”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.