HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διασπορικός | Babel Free

Adjective CEFR C1
/ði̯a.spo.ɾiˈkos/

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με τη διασπορά ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. που περιέχει διάσπορο
  3. που αφορά ουσία που χρησιμοποιείται για την αποφυγή καθίζησης / κατακάθισης ή συσσώρευσης σωματιδίων που αιωρούνται σε υγρό

Ισοδύναμα

English dispersant

Παραδείγματα

“※ Για την ομοφυλοφιλική προσέγγιση του Καβάφη, η ποίησή του συνιστά περισσότερο έναν χώρο ταύτισης και διαπραγμάτευσης της ταυτότητας και ως προς αυτό συγκλίνει με τη διασπορική ή συγκρητική προσέγγισή του, που και αυτή έχει προβληθεί τα τελευταία χρόνια από μελετητές του Καβάφη εκτός Ελλάδος. (εφ. Το Βήμα, 24/11/2008)”
“διασπορικός βωξίτης”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διασπορικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course