Meaning of διαρκούν | Babel Free
/ði.aɾˈkun/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του διαρκών accusative, neuter, nominative, singular, vocative
- γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του ρήματος διαρκώ
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: διαρκούνε”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.