HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διαπρύσιος | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. διαπεραστικός
    formal
  2. ένθερμος, που υποστηρίζει ή διακηρύσσει κάτι με ιδιαίτερη θέρμη, με ένταση και παλμό
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Σύμβολο αναφοράς των Ελλήνων της ευρωπαϊκής διασποράς και διαπρύσιος υποστηρικτής της διάσωσης της κλασικής ελληνικής κληρονομιάς από την τουρκική επέκταση, προώθησε τις ελληνικές σπουδές και τους Έλληνες λογίους στις έδρες των σχολών (Κώστας Σκανδαλίδης, Οι Έλληνες: Τετράδια Πατριδογνωσίας, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2012, @books.google)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διαπρύσιος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course