HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διαπνέω | Babel Free

Verb CEFR B1
/ði.aˈpne.o/

Ορισμοί

  1. διαπερνώ κάτι με φύσημα, φυσώντας
  2. αναπνέω από τους δερματικούς πόρους
  3. αποβάλλω νερό ή υδρατμούς από τα φύλλα
  4. εμπνέω, παρακινώ
  5. διαπνέομαι: επηρεάζομαι, χαρακτηρίζομαι, με διακατέχει
    passive

Παραδείγματα

“Το έργο του διαπνέεται από πατριωτισμό.”

His work transpires (is characterized by) patriotism.

“Στη φάρμα του Μιγιάγκι, όμως, ακόμα και το νερό που διαπνέουν τα φύλλα των φυτών συλλέγεται και ανακυκλώνεται. (*)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διαπνέω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course