Meaning of διαπνέω | Babel Free
/ði.aˈpne.o/Ορισμοί
- διαπερνώ κάτι με φύσημα, φυσώντας
- αναπνέω από τους δερματικούς πόρους
- αποβάλλω νερό ή υδρατμούς από τα φύλλα
- εμπνέω, παρακινώ
-
διαπνέομαι: επηρεάζομαι, χαρακτηρίζομαι, με διακατέχει passive
Παραδείγματα
“Το έργο του διαπνέεται από πατριωτισμό.”
His work transpires (is characterized by) patriotism.
“Στη φάρμα του Μιγιάγκι, όμως, ακόμα και το νερό που διαπνέουν τα φύλλα των φυτών συλλέγεται και ανακυκλώνεται. (*)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.