Meaning of διαπιστευτώ | Babel Free
Ορισμοί
- α' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διαπιστεύομαι
- θα διαπιστευτώ: α' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διαπιστεύομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.