Meaning of διαπιστευτήριο | Babel Free
Ορισμοί
- καθένα από τα έγγραφα που πρέπει να έχει ο διπλωματικός αντιπρόσωπος ενός κράτους, όταν διορίζεται σε κάποιο άλλο
-
στοιχείο που δείχνει ότι κάποιος έχει τις απαραίτητες γνώσεις ή ικανότητες για μια θέση ή εργασία figuratively
Παραδείγματα
“※ Της πήρε κάνα δίμηνο ώσπου να καταλάβει. Οι Βρυξέλλες δεν ήταν Ελλάδα, εκεί τα διαπιστευτήρια ήταν διαφορετικά. Είμαι ενθουσιασμένος σήμαινε απλώς οκ, κάνεις για τη δουλειά. Στην αρχή έπαιρνε τοις μετρητοίς τα καλά τους λόγια, τις θερμές προσφωνήσεις, γρήγορα όμως κατάλαβε πως όλα ήταν τυπικά, φράσεις που τους είχαν διδάξει στα σεμινάρια με στόχο τις αγαστές συνεργασίες (Σοφία Νικολαΐδου, Δικά μας παιδιά, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.