HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of διαπιστευτήριο | Babel Free

Noun CEFR C2

Ορισμοί

  1. καθένα από τα έγγραφα που πρέπει να έχει ο διπλωματικός αντιπρόσωπος ενός κράτους, όταν διορίζεται σε κάποιο άλλο
  2. στοιχείο που δείχνει ότι κάποιος έχει τις απαραίτητες γνώσεις ή ικανότητες για μια θέση ή εργασία
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Της πήρε κάνα δίμηνο ώσπου να καταλάβει. Οι Βρυξέλλες δεν ήταν Ελλάδα, εκεί τα διαπιστευτήρια ήταν διαφορετικά. Είμαι ενθουσιασμένος σήμαινε απλώς οκ, κάνεις για τη δουλειά. Στην αρχή έπαιρνε τοις μετρητοίς τα καλά τους λόγια, τις θερμές προσφωνήσεις, γρήγορα όμως κατάλαβε πως όλα ήταν τυπικά, φράσεις που τους είχαν διδάξει στα σεμινάρια με στόχο τις αγαστές συνεργασίες (Σοφία Νικολαΐδου, Δικά μας παιδιά, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See διαπιστευτήριο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course